Η νύχτα της 16 Νοεμβρίου 2025 έφερε ένα σαφές “ΟΧΙ” ως απάντηση και στα τέσσερα ερωτήματα του κρίσιμου δημοψηφίσματος που προκήρυξε η κυβέρνηση του Προέδρου του Ισημερινού Ντανιέλ Νομπόα, μέσω του οποίου επιδίωξε μεταξύ άλλων την επανεγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στη χώρα και την αλλαγή του Συντάγματος. Το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται ως σημαντική ήττα. Μετά το -κερδισμένο για την κυβέρνηση- δημοψήφισμα του 2024 με το οποίο εγκρίθηκε η συμμετοχή του στρατού στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος , η ταλαιπωρημένη από την ανεξέλεγκτη βία και την κρατική καταστολή κοινωνία, επέλεξε τώρα να θέσει όρια στην περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας.
Τα ερωτήματα του δημοψηφίσματος και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας είχαν ως εξής:
- 1. αν θα τροποποιήσουν το Σύνταγμα επιτρέποντας ξανά την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων σε εθνικό έδαφος – 60,7 % ΟΧΙ
- 2. αν θα τροποποιήσουν το Σύνταγμα καταργώντας τη δημόσια χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων – 58,14% ΟΧΙ
- 3. αν θα μειώσουν τον αριθμό των μελών της συνέλευσης (από 151 σε 73) -53,5% ΟΧΙ
- 4. αν θα εγκρίνουν τη σύγκληση συντακτικής συνέλευση που θα ξεκινήσει τη διαδικασία αλλαγήςτου Συντάγματος του 2008. – 61,67% ΟΧΙ
Πρώτο ερώτημα – Ξένες στρατιωτικές βάσεις
Η κυβέρνηση παρουσίασε την πρόταση ως «αναγκαίο εργαλείο» για την καταπολέμηση των ναρκοσυμμοριών τόνισε την αναγκαιότητα της διεθνούς συνεργασίας και την απαραίτητη παρουσία δυνάμεων των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση του εισαγόμενου οργανωμένου εγκλήματος. Ο πληθυσμός του Εκουαδόρ έχει κουραστεί από την μεγάλη αύξηση της βίας τα τελευταία χρόνια καθώς η χώρα έχει μετατραπεί στην πιο βίαιη χώρα στη Λατινική Αμερική και το ποσοστό δολοφονιών έχει σχεδόν δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Εκτός από το οργανωμένο έγκλημα η κοινωνία μετράει νεκρούς και από τη αυξανόμενη κρατική καταστολή.Το τελευταίο διάστημα και κατά την 14ημερηπροεκλογική εκστρατεία η κυβέρνηση προσπάθησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις. Προέβη σε παροχολογία, παρουσίαζε καθημερινά συλληφθέντες εγκληματίες και έλαβε την απροκάλυπτη υποστήριξη των ΗΠΑ μέσω και της επίσκεψης της Υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νοέμ. Παρόλα αυτά οι πολίτες δεν πείστηκαν. Η ιστορική απαγόρευση των ξένων βάσεων που υλοποιήθηκε το 2009 από την κυβέρνηση του σοσιαλιστή Κορέα, (βάσει του,με δημοψήφισμα εγκριθέντος, Συντάγματος του 2008), αλλά και η ανησυχία για την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας εμπρός στον αυξανόμενο «αποικιοκρατικό» παρεμβατισμό του ισχυρού γείτονα έγειραν την πλάστιγγα υπέρ του ΌΧΙ.
Δεύτερο και τρίτο ερώτημα – Χρηματοδότηση κομμάτων, μείωση βουλευτών.
Οι προτάσεις για κατάργηση της δημόσιας χρηματοδότησης των κομμάτων και μείωση των βουλευτών στόχευαν στην «αποδοχή» ενός πιο ελαφρού κοινοβουλευτικού σώματος και στην εξοικονόμηση δημοσίου χρήματος. Ο πρόεδρος Νομποα ανήκει σε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας και το κόμμα του στηρίζεται κυρίως από επιχειρήσεις, αστικές περιοχές και υψηλότερες οικονομικές τάξεις. Όμως η πλειοψηφία των πολιτών εναντιώθηκε στην ενίσχυση των οικονομικών ανισοτήτων καθώς έκρινε πως τα συγκεκριμένα μέτρα αποσκοπούν στην αποδυνάμωση της εκπροσώπησης των κινημάτων των ιθαγενών και της αριστερής αντιπολίτευσης στη νεοφιλελεύθερη και αντιπεριβαλλοντική ατζέντα της κυβέρνησης.
Τέταρτο ερώτημα – Αλλαγή του Συντάγματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόρριψη της πρότασης για εκκίνηση διαδικασίας αλλαγής του Συντάγματος στην οποία το ΟΧΙ συγκέντρωσε και το μεγαλύτερο ποσοστό. Με την απόφασή τους αυτή οι πολίτες υπερασπίστηκαν το ισχύον Σύνταγμα (2008) το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα προοδευτικό και δημοκρατικό. Κατοχυρώνει τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων , την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, τα ατομικά δικαιώματα και δικαιώματα των μειονοτήτων,περιλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα διατάξεων για την προστασία της φύσης και εγγυάται τον δημόσιο χαρακτήρα της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και του νερού. Ο Νομπόα χαρακτήριζε το ισχύον Σύνταγμα ως “εμπόδιο” “μεγάλο και δύσκαμπτο”, καθώς θεωρούσε πως δεν έδινε τις δυνατότητες στο κράτος να αντιμετωπίσει το οργανωμένο έγκλημα. Είχε μάλιστα έρθει επανειλημμένα σε σύγκρουση με το Συνταγματικό Δικαστήριο που είχε ακυρώσει αποφάσεις της κυβέρνησης με το σκεπτικο ότι παραβιάζουν ατομικά δικαιώματα. Από την άλλη, απέφευγε συστηματικά να αναφερθεί στις αλλαγές που σκόπευε να περάσει στο νέο Σύνταγμα, γεγονός που επέτεινε την ανησυχία των πολιτών για την πιθανή συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του προέδρου και την απώλεια των εγγυήσεων του υπάρχοντος Συντάγματος.
Οι πολίτες τόνισαν ότι αυτές οι εγγυήσεις αποτελούν το «ασφαλές πλαίσιο» για την δημοκρατία και αρνήθηκαν ακόμη και αυτή την έναρξη της διαδικασίας αλλαγής του Συντάγματος. Γιατί πρέπει να τονιστεί, πως η ψήφος στο ΝΑΙ δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο, παρά την σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης ,τα μέλη της οποίας θα εκλέγονταν απευθείας από τους πολίτες. Η συνέλευση θα κατέθετε το σχέδιο του νέου Συντάγματος που και πάλι θα επικυρωνόταν μέσω δημοψηφίσματος.Όλα αυτά όμως δεν θα συμβούν, αφού η απόφαση της 16ης Νοεμβρίου έβαλε φρένο στις ορέξεις της κυβέρνησης.
Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ξεπέρασε το 80%. Αυτό οφείλεται τόσο στο ενδιαφέρον για το ζήτημα, όσο και στην υποχρεωτικότητα της ψήφου για μέρος του εκλογικού σώματος, καθώς η ψήφος είναι υποχρεωτική για τους πολίτες ηλικίας μεταξύ 18 και 65 ετών και σε όσους από αυτούς δεν ασκούν το δικαίωμα ψήφου επιβάλλεται πρόστιμο 10% του Ενιαίου Βασικού Μισθού που ισοδυναμεί με 47 δολάρια.Η απόρριψη όλων των προτάσεων, κόντρα μάλιστα στις δημοσκοπήσεις, αποτέλεσε μια δυσάρεστη έκπληξη για την κυβέρνηση που δήλωσε πως θα σεβαστεί τη βούληση του λαού. Ήταν επίσης και μια σαφής δήλωση της κοινωνίας ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος της ελευθερίας και της εθνικής κυριαρχίας. Οι πολίτες ως οι πλέον αρμόδιοι σε μια δημοκρατική χώρα, έθεσαν τα όρια ,επιβεβαιώνοντας την αξία της δημοκρατικής λογοδοσίας και της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Πηγές:



