Η πολιτική είναι μια βρώμικη υπόθεση. Άλλος όμως λερώνεται βρωμίζοντας και άλλος καθαρίζοντας.
Η γνώμη και η βούληση του πολίτη είναι το κύτταρο κάθε πολίτικης συζήτησης. Πώς όμως διαμορφώνεται; Τι μετρά περισσότερο; Ηθική ή συμφέρον; Ο εαυτός ή η κοινωνία; Οι περιστάσεις ή οι κανόνες; Το παρόν ή το μέλλον;
Μια ευαίσθητη ζυγαριά λειτουργεί μέσα στο μυαλό μας, και όχι πάντα συνειδητά. Σταθμίζει φόβους, επιθυμίες, αξίες, συναισθήματα, πληροφορίες και βγάζει αποτέλεσμα. Και -ναι, πρέπει να το ανεχτούμε!-, είναι διαφορετικά βαθμονομημένη για τον καθένα μας.
Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις στάθηκε μια θεατρική παράσταση.
Ένας γιατρός υπερασπίζεται την ηθικά ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψή του, η υιοθέτηση της οποίας όμως απειλεί να επιφέρει την οικονομική καταστροφή της πόλης.Από την άλλη πλευρά στέκονται οι πολιτικές αρχές που επιχειρούν τη συγκάλυψη, αλλά και η μουδιασμένη τοπική κοινωνία που μέσω της συνέλευσης των πολιτών αντιδρά στο ενδεχόμενο να χάσει τα προνόμια μιας – έστω και ανήθικης- ευημερίας.
Όσοι πλειοδοτούν στην ηθική παραμελώντας τα προσωπικά τους συμφέροντα (όπως ο πρωταγωνιστής που πράττει με ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία) πρέπει να εξηγήσουν σε αυτούς που δεν συμμερίζονται τις αξίες τους, γιατί είναι αναγκαίο να πληρώσουν το βαρύ τίμημα που αυτοί αποδέχονται για τις επιλογές τους.
Όσοι πλειοδοτούν στο συμφέρον αφαιρώντας κυνικά την ηθική διάσταση, θα πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί οι άλλοι – και κυρίως εκείνοι στους οποίους ο ηθικός συμβιβασμός δεν προσπορίζει κανένα αντισταθμιστικό όφελος – να υποστούν το κόστος της ιδιοτελούς επιλογής τους.
Οι περισσότεροι κινούμαστε στην γκρίζα ζώνη που κείται ανάμεσα στα δυο άκρα, προσπαθώντας να αντιληφθούμε ποιες είναι οι παράμετροι που καθορίζουν το κόστος (πρωτίστως)και το όφελος κάθε επιλογής.
Η παράσταση με ώθησε να προσπαθήσω να εξετάσω αυτή τη θολή στάθμιση που συμβαίνει μέσα μας και να αντιληφθώ κάποια κοινά κριτήρια που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κρίσης μας:
- Η ασφάλεια προηγείται της ελευθερίας. Η ασφάλεια προέρχεται από το αρχέτυπο του φόβου ενώ η ελευθερία από το αρχέτυπο της ελπίδας. Το πρώτο είναι πιο δυνατό από το δεύτερο. Ναι μεν “ο πόθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερος απ΄ όλα τα κελιά”, αλλά ο φόβος του λιονταριού που κυκλοφορεί ελεύθερό σε βάζει εθελούσια μέσα στο κελί. Η γενική αρχή (σαφώς υπάρχουν εξαιρέσεις) είναι ότι ο άνθρωπος κατ αρχάς επιδιώκει την ασφάλεια και αφού φτιάξει ένα επαρκές δίχτυ ασφαλείας, ενεργεί προς διεύρυνση των βαθμών της ελευθερίας του και προς εκπλήρωση των επιθυμιών του.
- Η σημασία του συγκεκριμένου αγαθού που διακυβεύεται. Αλλιώς ζυγίζουν οι υπαρξιακοί φόβοι (απώλεια ζωής, υγείας), λιγότερο άλλοι φόβοι (απώλεια βιοτικού επιπέδου, κοινωνικός αποκλεισμός), ελαφρότερα οι ανεκπλήρωτοι στόχοι (αποτυχία επαγγελματικής ανέλιξης) και ακόμα λιγότερο οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες (μη απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας). Η σημασία του αγαθού συνεκτιμάται με τον παράγοντα του χρόνου, υπό την έννοια ότι η απώλεια του ήδη υπάρχοντος έχει σαφώς μεγαλύτερη επίπτωση στην κρίση μας από την μη απόκτηση του προσδοκώμενου αγαθού.
- Ο εαυτός μας προηγείται των άλλων. Είναι υποκριτικό να αποδεχτούμε ως γενική αρχή το αντίθετο. Ο εαυτός μας υποχωρεί μόνο έναντι ελάχιστων πολύ αγαπημένων ανθρώπων. Η αλληλεγγύη σε τρίτους – υπό την έννοια της πρόταξης του δικού τους συμφέροντος πάνω από το δικό μας – είναι μια εξιδανικευμένη ηθική παρότρυνση που τηρούμε περιστασιακά ή υπό προϋποθέσεις. Κομβική σημασία έχει να συγκεκριμενοποιηθεί ποιοι είναι αυτοί οι “ άλλοι”. Στο κομπιουτεράκι του μυαλού μας η σημασία τους μειώνεται όσο περισσότερο απέχουν από εμάς.Αλλιώς μετράμε τους κοντινούς και οικείους (π.χ συνάδελφους στο γραφείο), αλλιώς τους κοντινούς άγνωστους με τους οποίους υπάρχει ενδεχόμενο συναναστροφής (π.χ όσους παρκάρουν στον ίδιο δρόμο με εμάς), αλλιώς τους πιο απόμακρους (κατοίκους της πόλης μας), αλλιώς τους πολύ μακρινούς ή τους ξένους αλλά πολιτισμικά “παρόμοιους” με εμάς (π.χ Ευρωπαίοι), αλλιώς τους ξένους και “ανόμοιους” (π.χ Ινδούς).
- Η ανάγκη μας να χωρέσουμε το συμφέρον στην ηθική μας. Έρχεται κατευθείαν από την κοινωνική μας φύση. Όταν το πολιτικό πρόβλημα μας φέρνει αντιμέτωπους με μια γνωστική ασυμφωνία όπου το “πρέπει” συγκρούεται με το “θέλω”, τότε συνήθως εκκινούν προσαρμοστικοί μηχανισμοί που μας οδηγούν τόσο στην επανεξέταση του συμφέροντός μας, όσο και στην ανανοηματοδότηση των αξιών μας. Η κοσμοθεωρία μας διαστέλλεται ώστε να συγχωρέσει την – απαραίτητη κατά τη κρίση μας – επιδίωξη του συμφέροντός μας, ενώ παράλληλα, σε ένα υλικό επίπεδο, συμβιβαζόμαστε να περιορίσουμε το όφελος μας ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε την επιδίωξή του θεμιτή.
Όλα τα παραπάνω προφανώς δεν τα θεωρώ ως ενδεδειγμένο τρόπο σκέψης αλλά ως υφιστάμενο και πρέπει να τα κατανοήσουμε στο πλαίσιο της επίγνωσης της ανθρώπινης αδυναμίας. Κυρίως όμως τα αναφέρω για να αναδείξω πόσο πολύπλοκα δομείται η άποψη του πολίτη αλλά και πόσο εξατομικευμένη είναι. Το πιο σημαντικό δε, είναι πως η άποψη αυτή (ανεξάρτητα του πως δομείται) όταν εισφέρεται στη δημόσια συζήτηση έχει τη δυναμική να ξεκλειδώνει πιθανότητες και δυνατότητες και να αποτρέπει τεχνητά διλήμματα.
Θεωρώ πως όσοι εθελοτυφλούν παραμένοντας στο ροζ συννεφάκι του ιδανικού, όσοι εξοστρακίζουν την εγγενή ανεπάρκειά μας από το δημόσιο διάλογο προσφέρουν εξίσου κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία με εκείνους τους κυνικούς ρεαλιστές που ανάγουν την αδυναμία σε ωφελιμιστική κοσμοθεωρία τύπου ΤΙΝΑ (there is no alternative).
Στην παράσταση το δράμα του ήρωα είναι στημένο πάνω σε ένα τέτοιο τεχνητό δίλημμα. Ο γιατρός καταλήγει να θεωρηθεί εχθρός ενός λάου που εύκολα πείθεται από τους πολιτικούς άρχοντες να κρατήσει για την “πάρτη”του το όφελος και να μετακυλήσει το κόστος στους άγνωστους και μακρινούς άλλους. Επιτηδευμένα παραλείπονται όλες οι ενδιάμεσες προτάσεις που μια δημοκρατική διαβούλευση θα μπορούσε να εισφέρει στην πολιτική ζύμωση. Ο δημόσιος διάλογος όμως δεν διεξάγεται ανάμεσα σε καθάρματα και αγίους, αλλά σε ανθρώπους και οδηγεί τα πολιτικά προβλήματα σε “ανθρώπινες” λύσεις.
Ούτε φοβόμαστε, ούτε επιθυμούμε όλοι τα ίδια πράγματα, ούτε στον ίδιο χρόνο, ούτε με τον ίδιο τρόπο. Η δημοκρατία είναι ο βέλτιστος εξισσοροπιστής που θα φέρει τυχόν ηθικές παραφωνίες, υστερόβουλες επιδιώξεις, ανιδιοτελείς προτροπές και παραδείγματα αυτοθυσίας, σε ισορροπία με το δημόσιο αγαθό.



