Χρήστος Λυντέρης δικηγόρος- διδάκτωρ νομικής –μέλος της κίνησης πολιτών ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η πρόταση της ΝΔ για την συνταγματική αναθεώρηση δεν δικαιώνει κανένα από τα θεσμικά αιτήματα της κοινωνίας και των πολιτών όπως αυτά αποτυπώθηκαν ιδίως μέσα από τις ιστορικές κινητοποιήσεις με αφορμή τα εγκλήματα των Τεμπών. Αντί αυτού επιχειρεί, όχι μόνο να αποπροσανατολίσει, αλλά και να μεθοδεύσει νέες αντιδημοκρατικές εξελίξεις. Συγκεκριμένα:
Στο πάνδημο αίτημα κατάργησης των ασυλιών των μελών κυβέρνησης και βουλευτών των άρ. 86 και 62 του Συντάγματος που υπεγράφη μάλιστα και από 1,4 εκ. πολίτες, η κυβερνητική πρόταση απαντά διατηρώντας προκλητικά και τις δύο διατάξεις. Ειδικότερα, η μεν διάταξη του άρ. 62 δεν περιλαμβάνεται καν στις αναθεωρητέες, η δε πρόταση περί αναθεώρησης του άρ. 86 διατηρεί αναλλοίωτη την ουσία της διάταξης, αφού η τελική απόφαση περί άσκησης ποινικής δίωξης για εγκλήματα μελών της κυβέρνησης εξακολουθεί να παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Βουλής. Μόνη τροποποίηση σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς αποτελεί η πρόβλεψη ότι δεν θα απαιτείται άδεια της βουλής για την αρχική ποινική έρευνα της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείται πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης.
Στο αίτημα της συντριπτικής πλειονότητας της κοινωνίας για πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, με ουσιαστική αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της, η πρόταση της ΝΔ αποτελεί εμπαιγμό διότι, σε αντικατάσταση της ισχύουσας διάταξης του άρ. 90 παρ.5 που ορίζει ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης ορίζεται το υπουργικό συμβούλιο, προτείνει η επιλογή της ηγεσίας να διενεργείται πλέον από «κοινοβουλευτική επιτροπή» κατόπιν λίστας τριών ονομάτων που σε κάθε θέση που θα προτείνουν οι δικαστές. Αλλά προφανώς η κοινοβουλευτική επιτροπή θα ελέγχεται και πάλι από την κυβερνητική πλειοψηφία!
Στο αίτημα για εκδημοκρατισμό του πολιτικού βίου, η κυβερνητική πλειοψηφία, αντί να θεσπίσει επιτέλους τον εκτελεστικό νόμο για την ενεργοποίηση της διάταξης του άρ. 73 παρ.6 περί νομοθετικής πρωτοβουλίας πολιτών που με αποκλειστική ευθύνη της παραμένει ανεφάρμοστη επί 7 έτη, αντί να προτείνει την βελτίωση της εν λόγω συνταγματικής διάταξης και αντί –επιτέλους- να επιτρέψει την συζήτηση για εισαγωγή και στην χώρα μας των θεσμών των υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων και των δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία πολιτών που θα αμβλύνουν την κρίση αντιπροσώπευσης επιτρέποντας στους πολίτες να έχουν αποφασιστικό λόγο όταν κρίνουν ότι οι εκπρόσωποί τους καταχρώνται της εξουσία τους, «σφυρίζει αδιάφορα» προτείνοντας στο άρθρο 44 περί δημοψηφισμάτων να συζητήσουμε «την ανάγκη εισαγωγής κανόνων καλής διενέργειας των δημοψηφισμάτων». Προτείνει δηλαδή προκλητικά και υποκριτικά να συζητήσουμε τρόπους για την καλή διενέργεια των δημοψηφισμάτων, ενώ η ίδια αρνείται να παραχωρήσει στους πολίτες ακόμη και το ελάχιστο δικαίωμα να έχουν λόγο στην άσκηση της εξουσίας!
Η παραπάνω υποκριτική στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας που ουσιαστικά αρνείται να ικανοποιήσει τα κρίσιμα και ώριμα θεσμικά αιτήματα της κοινωνίας πλαισιώνεται από πλήθος άλλων προτάσεων που τέθηκαν αποπροσανατολιστικά ή, άλλως, πρόχειρα, επιπόλαια και υποκριτικά. Αποπροσανατολιστικές λ.χ είναι προτάσεις όπως η δήθεν διεύρυνση της ελευθερίας της έκφρασης (άρ. 14), η μέριμνα για την προστασία της ελληνικής γλώσσας και σημαίας (άρ.16), η μέριμνα του κράτους για «προσιτή στέγη» (άρ.21), η υποχρέωση λήψης μέτρων για την κλιματική αλλαγή κλπ (άρ.24), οι αρχές δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων (άρ. 29) ή η μη αναδρομική ισχύς της επιβολής φόρου (άρ.78), οι οποίες είναι παντελώς περιττές επειδή το περιεχόμενό τους καλύπτεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Επιπλέον, κατεξοχήν πρόχειρες και επικοινωνιακού χαρακτήρα είναι οι προτάσεις που αφορούν το φλέγον (αλλά και εν πολλοίς διεθνές) ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, το ζήτημα προστασίας του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, ή του θεσμικού ρόλου του βουλευτή. Και τούτο διότι, αντί να αντιμετωπίσουν πραγματικά και εις βάθος τα ζητήματα περιορίζονται σε ασήμαντες γενικολογίες. Βαθιά υποκριτικές εξάλλου είναι οι προτάσεις (1) για αναμόρφωση της διάταξης του άρ. 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, καθώς η κυβέρνηση έχει φροντίσει ήδη να καταργήσει με αντισυνταγματικό νόμο την εν λόγω διάταξη και (2) περί εξαετούς θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς η ΝΔ φρόντισε να ευτελίσει τον θεσμό κατά την προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση, καθιστώντας ουσιαστικά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας υπάλληλο της εκάστοτε κυβέρνησης.
Υπάρχουν όμως και πολλές ύποπτες προτάσεις που υποκρύπτουν νέες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις:
-Η επιχείρηση διεμβόλισης της ανεξαρτησίας των ανεξαρτήτων αρχών μέσω διαβλητής διαδικασίας επιλογής των μελών τους (άρ. 101Α ).
-Η γενίκευση εφαρμογής της επιστολικής ψήφου (άρ. 51 παρ.4) χωρίς να υπάρχουν οι απαιτούμενες εγγυήσεις για την ελευθερία και την μυστικότητά της .
-Η ρητή αναφορά για πρώτη φορά ότι το εκλογικό σύστημα πρέπει να εξασφαλίζει «εύλογη αναλογικότητα και κυβερνησιμότητα» (άρ. 54).
-Η έμμεση αναγωγή σε Συνταγματικό Δικαστήριο του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (στη σύνθεση του οποίου συμμετέχουν υποχρεωτικά οι πρόεδροι του ΑΠ του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που διορίζονται από το υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και τρεις καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών στους οποίους πλέον θα περιλαμβάνονται προφανώς και καθηγητές των νομικών σχολών των ιδιωτικών πανεπιστημίων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται) με αρμοδιότητα να αποφασίζει δεσμεύοντας όλα τα δικαστήρια για την αντισυνταγματικότητα νόμων κατόπιν παραπομπής από την Βουλή (άρ. 77και 100 ). Σημειωτέον ότι η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα μπορούσε να ενισχύσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μόνο εάν απαρτιζόταν και από μη τακτικούς δικαστές και η επιλογή των μελών του διενεργείτο με διαδικασία που θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία τους.
Η δυνητική κατάργηση του β’ βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης (άρ. 102).
Η μεθόδευση κατάργησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων μέσω αμφιλεγόμενων διατάξεων αξιολόγησης που θα ορίζονται με απλό νόμο.
Ως γνωστόν, η διάταξη του άρ. 110 του Συντάγματος που προσδιορίζει την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης παρέχει στην κυβερνητική πλειοψηφία το αποκλειστικό δικαίωμα να καθορίσει ακόμη και μονομερώς ποιες θα είναι οι αναθεωρητέες διατάξεις και στην συνέχεια αφήνει στην επόμενη Βουλή την αρμοδιότητα να επιλέξει ποιες από αυτές θα αναθεωρήσει και με ποιο περιεχόμενο. Ακολούθως, εάν η πρόταση της ΝΔ λάβει μόνο τις ψήφους των βουλευτών της, η επόμενη βουλή θα χρειάζεται πλειοψηφία 180 ψήφων για να προβεί σε αναθεώρηση. Εάν η πρόταση λάβει τώρα πλειοψηφία 180 βουλευτών , τότε η επόμενη βουλή θα μπορεί να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση με πλειοψηφία 151 βουλευτών, ήτοι θα αρκεί η επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία.
Αυτά προβλέπει το άρ. 110 αφήνοντας τους πολίτες εκτός της διαδικασίας αναθεώρησης. Με αυτές τις προτάσεις, ερήμην των πολιτών, η κυβέρνηση και το κόμμα της ΝΔ, επιχειρεί να καθορίσει την πορεία της συνταγματικής αναθεώρησης και να δεσμεύσει θεσμικά τη χώρα για μία τουλάχιστον πενταετία από την ολοκλήρωσή της.
Ο κίνδυνος να χαθεί μία ακόμη ευκαιρία θεσμικής ανάταξης της χώρας είναι τεράστιος. Κόμματα, κινήσεις πολιτών και ενεργοί πολίτες οφείλουν να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί.



