Το πρόσφατο δημοψήφισμα στην Ισλανδία έφερε ξανά στην επιφάνεια (δυστυχώς μάλλον πρόσκαιρα, όπως και στο παρελθόν) το ζήτημα των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Πολλά γράφτηκαν αυτές τις λίγες ημέρες για το περιεχόμενό του και την ερμηνεία του αποτελέσματος, όπως και για τις πιθανές προεκτάσεις για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως απτή απόδειξη δυσαρέσκειας για την μορφή που έχει πάρει. Αν και θα μπορούσα να σχολιάσω διάφορα επ’ αυτού, προτιμώ να εστιάσω στον Πολιτικό πυρήνα του ζητήματος, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο το δημοψήφισμα ως ΘΕΣΜΟΣ επηρεάζει την άσκηση πολιτικής, τους ίδιους τους πολίτες και τη σχέση τους με τις “πολιτικές ελίτ”. Ασφαλώς και οι τοπικές ιδιομορφίες και οι σύνθετες σχέσεις αλληλεπίδρασης πολιτών-πολιτικών παίζουν το ρόλο τους, ωστόσο υπάρχουν και κάποια γενικά συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν, υπό τη μορφή συνοπτικών σημείων με παραπομπές σε επιπλέον υλικό:
α) Το δημοψήφισμα δεν αφορούσε την έγκριση ή όχι κάποιας συμφωνίας για την είσοδο της Ισλανδίας στην Ε.Ε. (και την εξ’ ορισμού αποδοχή χωρίς εξαίρεση των δεσμευτικών Ευρω-Συμφωνιών -δίκην ”κρυπτοΣυντάγματος”- και των χιλιάδων “οδηγιών” της Ε.Ε.) αλλά απλώς την έναρξη των συνομιλιών. Αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία των Ισλανδών πολιτών δεν θέλει καν να συζητήσει την πιθανότητα εισόδου στην Ε.Ε, πόσω μάλλον να “εγκρίνουν” κάποια Συμφωνία. Θεωρώ ότι το υψηλό 47% που ήθελε την έναρξη συνομιλιών θα μειωνόταν σημαντικά όταν θα έφθανε κάποια τελική συμφωνία στους πολίτες. Από την άλλη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ που προκαλεί η επιλεκτική προσφυγή στους πολίτες μόνο εφόσον το επιλέξουν οι πολιτικές ελίτ, αύξησε κατάτι το ποσοστό του “ΌΧΙ” από το φόβο ότι ίσως οι ελίτ να μην φέρουν την τελική συμφωνία σε δημοψήφισμα. Οι πολιτικές ελίτ -όπως γνωρίζουμε με τραγικό τρόπο στη χώρα μας- συνήθως επιλέγουν να ερμηνεύσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα ως “Λευκή Επιταγή” για να τη διαχειριστούν όπως θέλουν, χωρίς λογοδοσία. Αν και το θεωρώ μάλλον απίθανο για την Ισλανδία, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί εντελώς και αυτή η πιθανότητα και είμαι βέβαιος ότι αρκετοί Ισλανδοί το συμπεριέλαβαν στο σκεπτικό τους.
Στο έργο του ο τ. πρύτανης κ. Κοντογιώργης έχει διεξοδικά αναλύσει τις θεσμικές ανεπάρκειες που ρίζωσαν στη χώρα μας, στα πλαίσια του “εξευρωπαϊσμού” της, ήδη από την πρώτη μετεπαναστατική περίοδο με τη βασιλεία Όθωνα και τη Βαυαροκρατία. Ενδεικτικά αναφέρω το 6-τομο «Ελληνικό Κοσμοσύστημα» ή το «Η Δημοκρατία ως Ελευθερία». Μια συνοπτική παρουσίαση της λογικής της “Λευκής Εκλογικής Επιταγής” για την άλωση του Κράτους και του Δημόσιου ταμείου από τις ελίτ, καθόλη της διάρκεια της Μεταπολίτευσης, στο άρθρο του ιδίου στο «Το κράτος της μεταπολίτευσης ως αιτία της κρίσης. Αποτίμηση μιας ακόμη δήωσης της χώρας» στο περιοδικό «Τετράδια πολιτικού διαλόγου, έρευνας και κριτικής», τ. 88-89 (Χειμώνας 2024-Καλοκαίρι 2025). Ένα εύστοχο και σύντομο σχόλιο πάνω στο πρόβλημα αυτό υπάρχει στο άρθρο «Η «ελεύθερη» εντολή των βουλευτών και η πολιτική αδυναμία των πολιτών» του Ν. Παππά στην ιστοσελίδα Cognosco Team.
β) Σε σχόλιο του στο Facebook o γνωστός δικηγόρος, μέλος των “Φίλων της Δημοκρατίας” (ΦτΔ) και υπέρμαχος των αμεσοδημοκρατικών ΘΕΣΜΩΝ, κ. Χρ. Λυντέρης υπογράμμισε τη σημασία του δημόσιου διαλόγου πριν την ψηφοφορία (“… ενώ επίσης θεωρήθηκε εξαιρετικά σημαντική η διαδικασία δημοσίου διαλόγου που προηγήθηκε”). Το σχόλιο αυτό υπογραμμίζει ένα από τα σημαντικότερα έμμεσα πολιτικά οφέλη των δημοψηφισμάτων: την “εκπαιδευτική” αξία που έχει η ενασχόληση των πολιτών με την πολιτική, και δη με τα κρίσιμα πολιτικά ζητήματα. Μέσα από τη συμμετοχή στο διάλογο, είτε ως ακροατής, είτε ως συνομιλητής ή, ακόμη καλύτερα, ως ενεργό μέλος ομάδων επικοινωνίας και πολιτικής παρέμβασης, ο πολίτης ασχολείται ΑΜΕΣΑ και ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΑ με τα σοβαρά θέματα της κοινωνίας. Αυτός είναι ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ τρόπος πολιτικής ωρίμανσης ενός πολίτη. Ακόμη και όταν αποδειχτεί ότι έσφαλε σε κάποια επιλογή του, κερδίζει την εμπειρία και την ωριμότητα να αποφεύγει (ή και να τιμωρεί) στο μέλλον τους ψεύτες, τους κάπηλους και τους λαοπλάνους (απ’ όπου κι αν προέρχονται). Αυτό οφείλεται στο ότι σε ένα δημοψήφισμα οι δύο πλευρές αναγκαστικά περιορίζονται στο στενό πλαίσιο που ορίζει το συγκεκριμένο διακύβευμα – αντιθέτως, στις εκλογές σχεδόν πάντοτε ο … “διάλογος” προσωποποιείται και, ως εκ τούτου, εκφυλίζεται σε προσωπικές αντεγκλήσεις, ύβρεις και χαρακτηρισμούς.
Περισσότερα για τις διαφορές στο χαρακτήρα μεταξύ δημοψηφισμάτων και εκλογικών διαδικασιών στο «ΜΑΘΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2: Γιατί «εκλέγουμε» λάθος πρόσωπα» του Ιστολογίου ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ πολιτών και στο απόσπασμα «Η παιδαγωγική λειτουργία των δημοψηφισμάτων» από το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου «Θεσμοί Άμεσης Δημοκρατίας στο Σύνταγμα».
γ) Η ποιότητα του δημοσίου διαλόγου είναι ένα από τα στοιχεία που ορίζουν την ποιότητα λειτουργίας των θεσμών, και ειδικά, των Δημοψηφισμάτων. Εξαρτάται από πολλές παραμέτρους, όπως το επαρκές χρονικό διάστημα μέχρι την ψηφοφορία, τη σαφήνεια και καθαρότητα της διατύπωσης του δημοψηφισματικού ερωτήματος, την ελευθερία παρουσίασης των θέσεων της κάθε πλευράς, την ελεύθερη και διαφανή χρηματοδότηση, την ισότιμη πρόσβαση στα ΜΜΕ και στο δημόσιο χώρο κλπ. Κατά κανόνα, τα παραπάνω διασφαλίζονται όταν τα δημοψηφίσματα πραγματοποιούνται ως θεσμοθετημένα πολιτικά εργαλεία της Πολιτείας. Γενικά τα δημοψηφίσματα διαιρούνται σε “γνήσια” (referendum) και “νόθα” (plebiscite) με βασικό κριτήριο το ποιός ορίζει τη διεξαγωγή τους: στα γνήσια είναι το Σύνταγμα (συνταγματική υποχρέωση για δημοψηφισματική έγκριση, π.χ. για διεθνείς συμφωνίες όπου παραχωρούνται κάποια κυριαρχικά δικαιώματα ή για οποιαδήποτε αλλαγή στο Σύνταγμα της χώρας) ή οι πολίτες (μετά από συλλογή υπογραφών). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι παράμετροι διεξαγωγής ορίζονται από σχετικό νόμο. Αντίθετα τα “νόθα δημοψηφίσματα” πραγματοποιούνται όταν το αποφασίσουν οι πολιτικές ελίτ, οπότε και οι σχετικές παράμετροι ορίζονται από τις ελίτ κατά το δοκούν (συχνά, προσαρμόζονται υπέρ της πλευράς που προτιμά η κυβέρνηση). Ωστόσο, δεν είναι όλα τα δημοψηφίσματα από τις ελίτ χειραγωγούμενα – πολλά εξαρτώνται από την ποιότητα λειτουργίας της πολιτικής αντιπροσώπευσης, όπως στην περίπτωση της Ισλανδίας.
Περισσότερα για τα γνήσια και τα νόθα δημοψηφίσματα στην «Εργαλειοθήκη της Άμεσης Δημοκρατίας» του R. Buechi.
δ) Ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο που ορίζει την ποιότητα των Δημοψηφισμάτων είναι η “δσμευτικότητα” τους. Κατά κανόνα τα θεσμοθετημένα (“γνήσια”) Δημοψηφίσματα έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα: το “ΌΧΙ” είναι “ΌΧΙ”, και το “ΝΑΙ”, είναι “ΝΑΙ”. Η πλειοψηφία αποφασίζει χωρίς “αστερίσκους”, “παζάρια” ή “πολιτικές μεθερμηνείες”. Αντιθέτως, κατά κανόνα τα “νόθα” Δημοψηφίσματα εκλαμβάνονται ως “συμβουλευτικά”, το οποίο εξαρτά το σεβασμό στο αποτέλεσμα από την ποιότητα της αντιπροσώπευσης: συστήματα με αξιοπρεπή κοινοβουλευτισμό εκλαμβάνουν το κάθε αποτέλεσμα ως δεσμευτικό, ανεξαρτήτως του νομικού πλαισίου. Αντιθέτως, σε συστήματα όπως το ελληνικό, όπου οι πολιτικές ελίτ συμπεριφέρονται ως ιδιοκτήτες των θεσμών και του Κράτους, θεωρούν ότι έχουν την εξουσία να το “κηδεμονεύσουν” πατερναλιστικά το δημοψηφισματικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, και αν επιθυμούν να το αγνοήσουν. Η Ισλανδία στο παρελθόν έδειξε ότι διαθέτει πολιτικούς οι οποίοι, ανεξαρτήτως της απουσίας θεσμικών περιορισμών, λειτουργούν δεσμευόμενοι από τη βούληση των πολιτών. Ωστόσο, αυτό διατηρεί πάντα ένα μικρό παράθυρο ανοιχτό – ίσως κάποια στιγμή, οι πολιτκές ελίτ να μη διαθέτουν την ίδια εντιμότητα με τους προκατόχους τους και να διαστρεβλώσουν τις αποφάσεις των πολιτών. Η θεσμική (συνταγματική) κατοχύρωση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών είναι η απαραίτητη θωράκιση των θεσμών, όσο υψηλής ποιότητας κι αν είναι το σύστημα πολιτικής (κοινοβουλευτικής) αντιπροσώπευσης σε μία χώρα.
ε) Τέλος, πέρα από τα δύο προφανή θετικά αποτελέσματα των Δημοψηφισμάτων, δηλαδή τη δυνατότητα άμεσης και τελεσίδικης πολιτικής απόφασης από τους πολίτες και την έμμεση “εκπαιδευτική” ωρίμανση του πολιτικού κριτηρίου των πολιτών μέσου του δημόσιου διαλόγου, υπάρχει και μία ακόμη, πιο αφανής αλλά περισσότερο ουσιαστική, έμμεση δράση. Όταν τα δημοψηφίσματα έχουν θεσμικό πλαίσιο προσφυγής σε αυτά από τους πολίτες (συλλογή ορισμένου αριθμού υπογραφών μέσα από δομημένη διαδικασία) η μέγιστη ωφέλιμη δράση τους συνδέεται με τον “αυτοπεριορισμό” των πολιτικών ελίτ, οι οποίες γνωρίζουν ότι νομοθετούν με τη “Δαμόκλειο σπάθη” του Δημοψηφίσματος να επικρέμεται πάνω από τα νομοθετήματα τους. Εάν νομοθετούν με γνώμονα το ίδιον συμφέρον και τις προτιμήσεις της κλειστής τους κάστας, οι πολίτες σύντομα θα τους “τιμωρήσουν” ακυρώνοντας θεσμικά τις αποφάσεις τους και, μεσοπρόθεσμα, στέλνοντας τους σπίτι τους. Η εκτίμηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Ακαδημαϊκοί ερευνητές όπως ο καθ. πολιτικών επιστημών J. Matsusaka έχουν αποδείξει με συστηματική ανάλυση ότι οι πολιτικοί παίρνουν αποφάσεις πλησιέστερα στις επιλογές της πλειοψηφίας υπό την απειλή πιθανού δημοψηφίσματος, ἐν ἀντιθέσει με όσους καμώνονται ότι “γνωρίζουν καλύτερα από εμάς το κοινό καλό μας” και νομοθετούν περιφρονώντας την κοινή γνώμη, υπό την ασφάλεια της αδυναμίας του πολίτη να ακυρώσει ένα βλαπτικό νομοθέτημα με θεσμικό τρόπο.
Όπως είπαμε και παραπάνω, η ιδιοτέλεια των πολιτικών ελίτ δεν εκδηλώνεται οριζοντίως με την ίδια δριμύτητα παντού. Υπάρχουν διαβαθμίσεις στην ποιότητα της πολιτικής αντιπροσώπευσης (Κοινοβουλευτισμού) από χώρα σε χώρα. Ωστόσο, πουθενά ο πολίτης δεν είναι προστατευμένος στο βαθμό που είναι στην Ελβετία, όπου του δίνεται η δυνατότητα να προτείνει προς δημοψηφισματική ακύρωση την οποιαδήποτε απόφαση των Ελβετικών Κοινοβουλίων εάν συγκεντρώσει 50 χιλ. υπογραφές σε προκαθορισμένο χρόνο. Όσο “έντιμες” κι αν είναι οι πολιτικές ελίτ μιας χώρας, ποτέ δεν πρόκειται να αυτοδεσμευτούν στο βαθμό που η απειλή δημοψηφισματικής ακύρωσης τους δεσμεύει. Γι’ αυτό και στην Ελβετία, η προετοιμασία κάθε νέου νομοθετήματος γίνεται μετά από εξαντλητική δημόσια διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι προσεκτικά μελετημένο και με κοινωνική συναίνεση, χωρίς “θεραπείες-σοκ” και “βαθειές ρήξεις” που συνήθως αποσκοπούν στην ικανοποίηση μικρών ομάδων συμφερόντων.
Περισσότερες πληροφορίες περί του ελβετικού πολιτικού συστήματος, μαζί με πολλές συναφείς, ιστορικές πληροφορίες, βρίσκονται στη συλλογή κειμένων «Η Δημοκρατία στην Ελβετία» του Ιστολογίου ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ πολιτών. Για το θεσμό των Δημοψηφισμάτων ως “Δαμόκλειο σπάθη”, δείτε το κείμενο “Ο John Matsusaka και το βιβλίο του για τη διακυβέρνηση από τους πολίτες” και το βιβλίο του J. Matsusaka «For the Many or the Few: The Initiative, Public Policy, and American Democracy» (εκδ. University of Chicago Press, 2008). Τέλος, για την αξία του θεσμού με ελληνική προοπτική, υπάρχει το βιβλίο του Χρ. Λυντέρη “To Σύνταγμα των Ελλήνων” (εκδ. Χίλων, 2014), ειδικά το κεφ. 8 (“Τι πρέπει να αλλάξει: Από τη δημοκρατία των αντιπροσώπων , στην αληθινή δημοκρατία”).



