Στις 22 και 23 Μαρτίου 2026 διεξάγεται στην Ιταλία ένα κρίσιμο δημοψήφισμα δια του οποίου οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν εάν θα αναθεωρηθεί το Σύνταγμα της χώρας όσον αφορά την δικαστική εξουσία. Συγκεκριμένα, θα κρίνουν:
(1) Εάν θα υπάρξει εξ υπαρχής διαχωρισμός της σταδιοδρομίας δικαστών και εισαγγελέων ώστε να μην είναι δυνατή η μεταπήδηση από τον έναν κλάδο στον άλλο.
(2) Εάν, αντί του ενιαίου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που αποφασίζει μέχρι σήμερα για τους διορισμούς, τις τοποθετήσεις, τις μεταθέσεις, τις προαγωγές και τα πειθαρχικά ζητήματα των δικαστών, θα δημιουργηθεί άλλο Συμβούλιο για τους διορισμούς και τις προαγωγές και άλλο Συμβούλιο για την πειθαρχική διαδικασία και θα αλλάξει και ο τρόπος επιλογής των δύο Ανωτάτων Συμβουλίων, έτσι ώστε η επιλογή των μελών τους να προκύπτει κατόπιν κλήρωσης από κατάλογο που θα καταρτίζεται από το Κοινοβούλιο κατά το 1/3 και από τους Δικαστές ή Εισαγγελείς κατά τα 2/3. Ειδικά δε για το Πειθαρχικό Συμβούλιο τα 3 εκ των 15 μελών δεν θα προκύπτουν καν από κλήρωση, αλλά θα διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το ισχύον ιταλικό Σύνταγμα, τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστικό Συμβούλιο που είναι επιφορτισμένο με τους διορισμούς, τις προαγωγές και την πειθαρχική διαδικασία των δικαστών όλων των βαθμίδων μέχρι σήμερα δεν επιλέγονται με κλήρωση, αλλά εκλέγονται κατά τα 2/3 από τους δικαστές μεταξύ των μελών συναδέλφων τους και κατά το 1/3 από το Κοινοβούλιο μεταξύ καθηγητών του πανεπιστημίου σε νομικά μαθήματα και δικηγόρων με τουλάχιστον 15ετή εμπειρία στην άσκηση του επαγγέλματος.
Σύμφωνα με το ιταλικό Σύνταγμα εάν πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος συγκεντρώσει μεν πλειοψηφία στη Βουλή και στην Γερουσία, αλλά δεν κατορθώσει να λάβει πλειοψηφία 2/3 και στα δύο νομοθετικά σώματα, υποβάλλεται σε δημοψήφισμα εάν το ζητήσει το 1/5 των μελών ενός εκ των δύο σωμάτων ή 5 Συμβούλια Περιοχών , ή εάν το ζητήσουν οι πολίτες με συλλογή 500.000 υπογραφών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί επειδή το ζήτησαν οι πολίτες κατόπιν συγκέντρωσης 546.343 υπογραφών.
Το ιταλικό Σύνταγμα, όπως και πλήθος άλλων Συνταγμάτων στην Ευρώπη (λ.χ. Ελβετία, Δανία, Ισπανία, Αυστρία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Πολωνία, Ρουμανία, Εσθονία, Λιθουανία), σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ και παγκοσμίως) δίνει κρίσιμη αρμοδιότητα στους πολίτες να αποφασίσουν οι ίδιοι για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Απεναντίας, το ελληνικό Σύνταγμα, στο διαβόητο άρ. 110 θέτει τους πολίτες στο περιθώριο, παραδίδοντας την μέγιστης σημασίας αρμοδιότητα της αναθεώρησης του Συντάγματος αποκλειστικά στη Βουλή. Μάλιστα, όπως έχει αποδειχθεί και στην πράξη, η αναθεωρητική διαδικασία έτσι όπως περιγράφεται του άρ 110, ενέχει κινδύνους πλήρους ανυποληψίας και αυθαιρεσίας, διότι, με δεδομένο ότι απαιτείται να ολοκληρωθεί από δύο βουλές εκ των οποίων η μία να αποφασίσει με πλειοψηφία 3/5 και η άλλη με απλή πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, έχουμε δει το φαινόμενο, είτε η πρώτη βουλή να αποφασίζει ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν με απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών και η επόμενη βουλή να μην αναθεωρεί σχεδόν καμία εξ αυτών διότι τα κόμματα εμποδίζουν την αναθεώρηση και δεν συγκεντρώνεται η πλειοψηφία των 180 βουλευτών, είτε η πρώτη βουλή να καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις με πλειοψηφία 180 βουλευτών και κατόπιν η επόμενη βουλή αναθεωρεί τις διατάξεις αυτές αυθαίρετα και κατά το δοκούν με απλή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών αφού δεν δεσμεύεται να λάβει υπόψη της καν την κατεύθυνση και το πνεύμα της αναθεώρησης που διαφάνηκε από την προηγούμενη βουλή που όρισε τις αναθεωρητέες διατάξεις με πλειοψηφία 3/5.
Στην Ελλάδα, μετά τα εγκλήματα των Τεμπών, περίπου 1,4 εκ πολίτες υπέγραψαν το αίτημα να καταργηθούν τα άρ. 86 και 62 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ποινική ασυλία των μελών κυβερνήσεων και των βουλευτών και πλήθος πολιτών βροντοφώναξε το αίτημα για ανεξάρτητη Δικαιοσύνη που η ηγεσία της δεν θα διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Οι υπογραφές κατατέθηκαν στη Βουλή, αλλά, μέχρι στιγμής το πολιτικό σύστημα περιφρονεί τους πολίτες, συνομιλεί μόνο με τον εαυτό του και αρνείται επιδεικτικά κάθε συμμετοχή τους στην αλλαγή του Συντάγματος. Υπάρχουν μάλιστα και προκλητικές δηλώσεις γνωστών συνταγματολόγων ότι δεν πρόκειται να υπάρξει σοβαρή αναθεώρηση του Συντάγματος διότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις συναίνεσης από τα κόμματα της βουλής.
Εάν όμως το πολιτικό σύστημα δεν έχει καμία διάθεση να αλλάξει το Σύνταγμα, για την μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας που ασφυκτιά από την ολιγαρχία, την αδικία, την διαφθορά και την ανισότητα, το ζήτημα της αλλαγής του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της λογοδοσίας και της ισότητας είναι πλέον ζήτημα επιβίωσης. Σε μία τέτοια περίπτωση, αφού η βουλή και το πολιτικό σύστημα αρνούνται να λάβουν υπόψη τους την βούληση της κοινωνίας , οι πολίτες δικαιούνται να ζητήσουν να εκφράσουν την βούλησή τους για αλλαγή του Συντάγματος μέσω ενός δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα όπως αυτό προβλέπεται στ άρ. 44 παρ. 2 του Συντάγματος. Έχει κριθεί μάλιστα από την νομική θεωρία (Ανδρέας Δημητρόπουλος, Γενική Συνταγματική Θεωρία, τ.Α΄, σελ.301-303) ότι κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα κατ’ αρ. 44 μπορεί να είναι και η αλλαγή του Συντάγματος.
Κοινωνία που οι πολίτες της δεν έχουν λόγο στην θέσπιση του Συντάγματος δηλαδή του θεμελιώδους νόμου της χώρας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη κοινωνία. Το δε το πολιτικό σύστημα που εξουσιάζει αυτή την κοινωνία και, μέσα από τη διάταξη του άρ. 110 διατηρεί για τον εαυτό του την αποκλειστική αρμοδιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος θέτοντας τους πολίτες στο περιθώριο, δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσει οικεία βουλήσει στην αλλαγή διατάξεων που θέτουν σε κίνδυνο την απόλυτη εξουσία του.
Ας μην γελιέται κανείς: Μόνο οι πολίτες, είτε μεμονωμένα, είτε ενωμένοι σε κόμματα ή κινήσεις πολιτών, συνασπισμένοι υπό το κοινό αίτημα για δημοψήφισμα για το κρίσιμο εθνικό θέμα της αλλαγής του Συντάγματος σύμφωνα με το άρ. 44 παρ. 2 με βάση τα αιτήματα της κοινωνίας που προέκυψαν μετά τα εγκλήματα των Τεμπών μπορούν να εξαναγκάσουν το πολιτικό σύστημα σε μία νέα αληθινά δημοκρατική μεταπολίτευση.



