Η λειτουργία της δημοκρατίας στηρίζεται στη σαφή διάκριση των εξουσιών και στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Ωστόσο,στο ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο παρατηρούνται ρυθμίσεις που δημιουργούν ουσιαστικές εξαιρέσεις σε αυτή την αρχή, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την ποινική ευθύνη πολιτικών προσώπων. Τα άρθρα 62 και 86 παρέχουν στους βουλευτές καθοριστικό ρόλο στη δικαστική διαδικασία, περιορίζοντας την αρμοδιότητα των εισαγγελικών αρχών. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει εκτεταμένη κριτική για θεσμικές στρεβλώσεις και για την πιθανότητα ατιμωρησίας πολιτικών. Η παρούσα ανάλυση εξετάζει αυτές τις αντιφάσεις και τα προβλήματα που δημιουργούν στη λειτουργία του κράτους δικαίου.
Το ελληνικό Σύνταγμα με το άρθρο 26 προκρίνει τον διαχωρισμό των εξουσιών σε Νομοθετική, Εκτελεστική και Δικαστική. Το άρθρο 26 είναι μη αναθεωρήσιμο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 110 του Συντάγματος που ξεκαθαρίζει ποια άρθρα μπορούν να αναθεωρηθούν και πώς γίνεται η διαδικασία της αναθεώρησης τους. Το ίδιο όμως το Σύνταγμα στα άρθρα 62 και 86 επιτρέπει στους βουλευτές να ασκούν δικαστική εξουσία και απαγορεύει στους δικαστές και τους εισαγγελείς να ασκήσουν τα καθήκοντα τους (όπως αυτά ορίζονται από την 3η παράγραφο του μη αναθεωρήσιμου άρθρου 26 του Συντάγματος),όταν έχουν απέναντι τους, τον Πρωθυπουργό, Υπουργούς, Υφυπουργούς και βουλευτές. Οι βουλευτές σε ρόλο δικαστή και εισαγγελέα,(σύμφωνα με τα άρθρα 62 κ 86 και σε αντίθεση με το μη αναθεωρήσιμο άρθρο 26, (το οποίο δεν αναθεωρείται λόγω της βαρύτητας που έχει για την διατήρηση και την σταθερότητα του πολιτεύματος), αποφασίζουν αυτοί εάν θα ασκηθεί δίωξη στους παραπάνω ,εμποδίζοντας τους εισαγγελείς να κάνουν την δουλειά τους που είναι οι ποινικές διώξεις σε ανθρώπους που προβαίνουν σε αξιόποινες πράξεις ανεξαρτήτως της θέσης που κατέχουν.Μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα αυτεπάγγελτα κακουργήματα όπου εκεί η δικαιοσύνη μπορεί να παρέμβει χωρίς την άδεια των βουλευτών. Δηλαδή ο εν ενεργεία πολιτικός μπορεί να προβεί ή να κατηγορηθεί για σοβαρές παράνομες πράξεις, να εξαπατήσει ανθρώπους, να τους διασύρει, να κριθεί στοιχειοθετημένα ύποπτος για πράξεις και παραλήψεις του και στο τέλος να μείνει στο απυρόβλητο,ατιμώρητος. Είναι πρακτικά αδύνατο οι βουλευτές της κυβέρνησης που διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να επιτρέψουν την δίωξη των στελεχών της. Έχουν συμφέρον να μην το κάνουν,προκειμένου να διατηρήσουν την «καρέκλα» τους. Αυτό γίνεται στην πράξη διαχρονικά. Δεν μπορεί ο ελεγχόμενος να είναι ελεγκτής του εαυτού του. Δεν μπορεί να βιώνουμε το φαινόμενο «Γιάννης πίνει,Γιάννης κερνάει». Ειδικά το άρθρο 86 του Συντάγματος είναι κατάπτυστο και προσβλητικό για το δημοκρατικό πολίτευμα. Επιτρέπει στους εκάστοτε κυβερνώντες να παρανομούν ανεξέλεγκτα και ατιμώρητοι. Ενίοτε, καθώς ασκούν νομοθετική και εκτελεστική εξουσία,αλλάζουν και τους νόμους ώστε κακουργήματα να μεταπέσουν σε πλημμελήματα, για να αποτραπεί κατά οποιονδήποτε τρόπο η επέμβαση της δικαιοσύνης εις βάρος τους. Η υφιστάμενη κατάσταση δημιουργεί τρομερές δυσλειτουργίες στο πολίτευμα, τους κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς, εμποδίζοντας την απονομή δικαιοσύνης, την διαφάνεια, την αξιοκρατία, την ανάπτυξη,την εξέλιξη και την πρόοδο. Δημιουργείται μια κοινωνία δύο ταχυτήτων όπου αυτοί που είναι στην πολιτική εξουσία (εκτελεστική και νομοθετική), μετατρέπονται (μαζί με τους…. «φίλους» τους), από δήθεν εκπρόσωποι των πολιτών σε σύγχρονους ολιγάρχες.
Η 1η παρ του άρθρου 86 αναφέρει ότι: «Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει». Αυτόματα παραχωρεί δικαστική εξουσία,καθήκοντα εισαγγελέα στους βουλευτές,κάτι που απαγορεύεται από το μή αναθεωρήσιμο άρθρο 26 ,το οποίο παραχωρεί αυτή την δυνατότητα μόνο στους δικαστές. Στην παρ. 2 του άρθρου 86 επεκτείνεται η παραβίαση του άρθρου 26. Απαγορεύεται στη δικαστική εξουσία και ειδικά στους εισαγγελείς, να ασκήσουν τα καθήκοντα τους,χωρίς την έγκριση της Βουλής! Η παράγραφος 2 του άρθρου 86 αναφέρει ότι: «2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3». Στην παρ. 3 περιγράφεται η διαδικασία εμπλοκής των βουλευτών στο δικαστικό έργο. Η παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών στην παράγραφο 3 αναδεικνύεται στο σημείο που αναφέρει ότι χρειάζονται τουλάχιστον 30 βουλευτές θετικοί για να προταθεί άσκηση ποινική δίωξης. Ότι κατόπιν για την πραγματοποίηση της ποινικής δίωξης, απαιτείται η συναίνεση της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών σε διάφορα στάδια της διαδικασίας. Συνεπώς και στην παράγραφο 3 γίνονται επανειλημμένες παραβιάσεις της διάκρισης των εξουσιών. Συμπερασματικά το άρθρο 86 που αφορά την κυβέρνηση, όπως και το άρθρο 62 που αφορά τους βουλευτές πρέπει να καταργηθούν γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 26, το οποίο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 110 δεν μπορεί να αναθεωρηθεί.
Είναι προφανές ότι τα συγκεκριμένα άρθρα δημιουργήθηκαν σκοπίμως από ανθρώπους που ασκούν νομοθετική και εκτελεστική εξουσία προκειμένου να «οχυρωθούν» από τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας. Μα εάν δεν έχουν εμπιστοσύνη αυτοί στην δικαιοσύνη της οποίας τον τρόπο λειτουργίας έχουν δομήσει οι ίδιοι, τότε γιατί να έχουμε εμπιστοσύνη στην δικαιοσύνη και σε αυτούς οι υπόλοιποι πολίτες που δεν εμπλεκόμαστε στα δίκτυα εξουσίας; Θα πρέπει να ισχύουν τα ίδια για όλους, πολιτικούς και πολίτες. Εάν οι πολιτικοί δεν αισθάνονται ασφάλεια με την λειτουργία της δικαιοσύνης ,τότε θα πρέπει να φροντίσουν να δημιουργήσουν αξιόπιστους θεσμούς γι’ αυτούς και για όλους εμάς. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά παραδείγματα στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν, προκειμένου να καταστήσουν την λειτουργία της δικαστικής εξουσίας περισσότερο αξιόπιστη. Το βέβαιο είναι ότι θα πρέπει επιτέλους να πάψει η ιεραρχία της δικαιοσύνης να διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, διότι σε αυτήν περίπτωση τίθενται σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας, γεγονός που αποδέχονται και οι ίδιοι οι πολιτικοί που φροντίζουν να απαξιώσουν τους δικαστικούς λειτουργούς όταν αγγίζουν δικές τους ποινικές υποθέσεις. Η επιλογή της ιεραρχίας της δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται με δημοκρατικό τρόπο, με ψηφοφορίες, κλήρο ή και εκλογές. Να εμπλέκονται οι ίδιοι οι δικαστικοί, οι βουλευτές, ακόμη και οι πολίτες με τρόπο αναλογικό. Πάρα πολλά τα παραδείγματα στο εξωτερικό. Η αξιοπιστία ενός θεσμού έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την διαφάνεια και τον έλεγχο. Αυτοί πρέπει να είναι οι βασικοί στόχοι.



