Ο θεσμός των ενόρκων ως κληρωτών λαϊκών δικαστών έλκει την καταγωγή του από τις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες. Στην ιστορία μάλιστα του αθηναϊκού πολιτεύματος, η καθιέρωση του δικαιώματος έφεσης ενώπιον του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας μέσω της μεταρρύθμισης του Σόλωνα το 594 π.Χ., θεωρείται καθοριστική για την μετάβαση από το ολιγαρχικό στο δημοκρατικό πολίτευμα, διότι κατόπιν αυτής οι πολίτες – δικαστές απέκτησαν ισχύ, καθώς είχαν τον τελευταίο λόγο στην απονομή της δικαιοσύνης. (Αριστοτέλης , Αθηναίων Πολιτεία, 9)
Στην δημοκρατία των Αθηνών που έφθασε στο απόγειό της με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή, το δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελείτο από πολίτες- δικαστές που επιλέγονταν με κλήρωση, στην οποία μετείχαν όλοι όσοι είχαν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους, δεν είχαν οφειλές στο δημόσιο και δεν είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα. Το σύστημα κλήρωσης ήταν περίπλοκο και αδιάβλητο και η κλήρωση της σύνθεσης κάθε δικαστηρίου διενεργείτο την ημέρα της δίκης. Έτσι ήταν αδύνατο σε οποιονδήποτε να προκαθορίσει την σύνθεση του δικαστηρίου. (Αριστοτέλης, ό.π. 62 επ.). Για τις υπηρεσίες τους οι πολίτες δικαστές, όταν ολοκλήρωναν το έργο τους λάμβαναν ως ημερήσια αμοιβή τρεις οβολούς.
Ο θεσμός των πολιτών δικαστών ήταν επαναστατικός, όπως επαναστατικό ήταν και το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν όμως χάθηκαν οι δημοκρατίες των ελληνικών πόλεων και εντάχθηκαν σε αυτοκρατορίες, ηγεμονίες και βασίλεια, η απονομή της δικαιοσύνης αφαιρέθηκε από τους πολίτες, περιήλθε στην εξουσία των αυτοκρατόρων, των βασιλέων και των ηγεμόνων, ή των προσώπων που εκείνοι διόριζαν ως εντεταλμένους τους και ο θεσμός των κληρωτών πολιτών – δικαστών εξαφανίστηκε. Το 1215 όμως, χίλια και πλέον έτη μετά, ο θεσμός αναγεννήθηκε στην Ευρώπη παραλλαγμένος, με την Magna Charta που αναγκάστηκε να παραχωρήσει ο Βασιλέας Ιωάννης ο Ακτήμων στην Αγγλία υπό την απειλή εμφυλίου πολέμου, ύστερα από την κοσμογονία των σταυροφοριών και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1204. Αυτή τη φορά ο θεσμός δεν ήταν τόσο ισχυρός ώστε να θεωρείται δημοκρατική κατάκτηση, αλλά εμφανίστηκε ως δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικάζεται από ομοίους του, θυμίζοντας περισσότερο την περίοδο της Ρωμαϊκής Respublica (509-27 π.X.) και ιδίως την νομοθεσία της Δωδεκαδέλτου (451-450 π.Χ) η οποία, επιχειρώντας να μιμηθεί την νομοθεσία του Σόλωνα, όριζε ότι για εγκλήματα που απειλούντο με την ποινή του θανάτου ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να κριθεί από την «Λαϊκή κατά λόχους Συνέλευση” (“Comitia Centuriata”)». Αιώνες αργότερα, μετά και την γαλλική επανάσταση και τα συντάγματά της, ο θεσμός μεταλαμπαδεύτηκε σταδιακά και σε χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης ως κατάκτηση κατά της αυθαιρεσίας των τακτικών δικαστών που διορίζονταν από τους βασιλείς, και κάπως έτσι έφθασε μέχρι τις ημέρες μας.
Πλέον, στην σύγχρονη μορφή του, όπου τη θέση της μοναρχίας έχουν λάβει κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, ο θεσμός των ορκωτών δικαστηρίων εξακολουθεί να αποτελεί εγγύηση αδιάβλητης δικαιοσύνης διότι, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές που είναι λίγοι, εκ των προτέρων γνωστοί και συνεπώς επιρρεπέστεροι σε διαπλοκή και διαφθορά, οι ένορκοι αντλούνται από τη μεγάλη δεξαμενή των πολιτών και επιλέγονται με κλήρωση την τελευταία στιγμή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή καμία μορφή συναλλαγής. Κάθε δε απόπειρα περιορισμού του θεσμού διεθνώς, όπως λ.χ. πρόσφατα στην Γαλλία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, εγείρει μεγάλες αντιδράσεις. Ειδικότερα, σήμερα ο θεσμός των ενόρκων εμφανίζεται παγκοσμίως με δύο παραλλαγές:
Στις χώρες του αγγλοσαξονικού δικαίου (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Αυστραλία, Ιρλανδία κλπ) που ακολουθούν την παράδοση της Magna Charta, κατοχυρώνεται ως συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικάζεται από ενόρκους. Εμφανίζεται δε υπό την μορφή αμιγώς ορκωτών δικαστηρίων, δηλαδή δικαστηρίων αποτελουμένων αποκλειστικά από λαϊκούς δικαστές (Juries) στα οποία προεδρεύει χωρίς δικαίωμα ψήφου τακτικός δικαστής που διευθύνει τη διαδικασία, ερμηνεύει τον νόμο και παρέχει τις κατάλληλες νομικές οδηγίες, ώστε οι λαϊκοί δικαστές να αποφανθούν για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της δίκης. Τα δικαστήρια αυτά διακρίνονται σε τρεις τύπους: (α) Τα grand juries, συνήθως 24μελή, αποφασίζουν κατά την ποινική προδικασία εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ώστε ο κατηγορούμενος να παραπεμφθεί σε δίκη. (β) Τα petit Juries, συνήθως 12μελή, αποφασίζουν για την ενοχή ή την αθωότητα (αλλά όχι επί της ποινής) του κατηγορουμένου σε ποινική δίκη. (γ) Τα civil Juries , συγκροτούνται και απονέμουν δικαιοσύνη σε διαφορές αστικής φύσεως που εκδικάζονται στα πολιτικά δικαστήρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως στις ΗΠΑ, παρουσιάζει η διαδικασία επιλογής των ενόρκων κάθε συγκεκριμένης δίκης, καθώς αρχικώς δημιουργείται μία δεξαμενή υποψηφίων ενόρκων με κλήρωση μεταξύ των πολιτών – κατοίκων μίας περιοχής και στην συνέχεια, ενόψει της συγκεκριμένης δίκης οι υποψήφιοι ένορκοι καλούνται να απαντήσουν σε γραπτά ερωτηματολόγια και να υποβληθούν σε δημόσια εξέταση από τους παράγοντες της δίκης προκειμένου, είτε να αυτοεξαιρεθούν, είτε να αποκλειστούν πρόσωπα που δεν πρέπει να επιτελέσουν καθήκοντα ενόρκου στη δίκη λόγω διαμορφωμένων αντιλήψεων, ή σύγκρουσης συμφερόντων.
Στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία κλπ) ο θεσμός λαμβάνει τη μορφή μικτών ορκωτών δικαστηρίων, δηλαδή δικαστηρίων συντιθέμενων, όχι μόνο από λαϊκούς δικαστές που επιλέγονται με κλήρωση, αλλά και από τακτικούς δικαστές. Τα δικαστήρια αυτά δικάζουν μόνο σοβαρά ποινικά αδικήματα και αποφαίνονται από κοινού και δια πλειοψηφίας, τόσο επί της ενοχής του κατηγορουμένου, όσο και επί της ποινής. Ενδεικτικά, στην Ιταλία τα μικτά ορκωτά δικαστήρια (Corte d’ Assice) αποτελούνται από 2 τακτικούς δικαστές και 6 ενόρκους, στην Γαλλία και στο Βέλγιο συντίθενται από 3 τακτικούς δικαστές και 6 ενόρκους, στην Ισπανία συγκροτούνται από 1 δικαστή και 9 ενόρκους , ενώ στην Γερμανία, τα τοπικά δικαστήρια μπορεί να αποτελούνται από 1 ή 2 τακτικούς δικαστές και δύο ενόρκους και τα περιφερειακά δικαστήρια από 3 τακτικούς δικαστές και 2 ενόρκους – λαϊκούς δικαστές. Στην Ελλάδα αποτελούνται από 4 ενόρκους και 3 τακτικούς δικαστές.
Ειδικότερα στην Ελλάδα η απονομή της δικαιοσύνης από ενόρκους αναγνωρίστηκε ήδη από το άρ. 137 του επαναστατικού Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και προβλέφθηκε σε όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά Συντάγματα. Στην πορεία όμως της συνταγματικής ιστορίας οι παραβιάσεις υπήρξαν συχνές και σταδιακά, από το Σύνταγμα του 1925 και εντεύθεν, ο θεσμός αντιμετωπίστηκε υποκριτικά από όλα τα Συντάγματα του ελληνικού κράτους , τα οποία από την μία διατηρούσαν τον θεσμό και μάλιστα υπό την μορφή αμιγώς ορκωτών δικαστηρίων και, από την άλλη, νομιμοποιούσαν εκ των υστέρων με ειδικές διατάξεις προηγούμενες αντισυνταγματικές παραβιάσεις του που συνέβαιναν μέσω ψηφισμάτων και νόμων που εκδίδονταν με επίκληση δήθεν εκτάκτων καταστάσεων!
Το ισχύον Σύνταγμα που θεσπίστηκε το 1975 προχώρησε δύο βήματα περαιτέρω στην υποβάθμιση του θεσμού καθώς, αφενός για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία καθιέρωσε στο άρ. 97 παρ. 1, αντί αμιγώς ορκωτών, τον θεσμό των μικτών ορκωτών δικαστηρίων (με αρμοδιότητα να δικάζουν «κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα») και, αφετέρου, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, προέβλεψε ότι με νόμο μπορεί να αφαιρεθεί η αρμοδιότητα εκδίκασης κακουργημάτων από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και να ανατεθεί σε εφετεία κακουργημάτων, ήτοι σε δικαστήρια που αποτελούνται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές. Χάρη σε αυτήν την συνταγματική «κερκόπορτα» και, αφού επακολούθησε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα πλήθος νομοθετικών παρεμβάσεων, η εξαίρεση έχει καταστεί πλέον κανόνας και η μεγάλη πλειονότητα των κακουργημάτων εκδικάζεται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές και όχι από μικτά ορκωτά δικαστήρια. Επιπλέον, με την τελευταία μεταρρύθμιση του ν. 5090/2024, αφαιρέθηκε για πρώτη φορά και η αρμοδιότητα των ενόρκων να συναποφασίζουν για διάφορα ζητήματα που αφορούν τους λόγους αύξησης ή μείωσης της ποινής, την μετατροπή της, τις παρεπόμενες ποινές και άλλα θέματα.
Υπάρχουν και άλλα δύο στοιχεία που φανερώνουν την στάση του πολιτικού συστήματος απέναντι στους πολίτες – δικαστές: Το πρώτο είναι ότι ο αρχικός κατάλογος υποψηφίων ενόρκων δεν προκύπτει από κλήρωση, αλλά σύμφωνα με το άρ. 383 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συντάσσεται υπό ασαφώς διατυπωμένα κριτήρια από το κατά τόπους δικαστικό συμβούλιο. Το δεύτερο ότι δεν προβλέπεται καμία αμοιβή – αποζημίωση για τον πολίτη που ασκήσει τα καθήκοντα του ενόρκου στο δικαστήριο με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται απολύτως όσοι καλούνται να διαθέσουν τον χρόνο τους προς τον σκοπό αυτόν.
Το ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα απεχθάνεται τους πολίτες δικαστές και αποστρέφεται πλήρως την ιδέα οι εκπρόσωποί του να δικάζονται από ενόρκους για τον ίδιο λόγο που απεχθάνεται και την συμμετοχή των πολιτών απευθείας στην άσκηση της εξουσίας μέσω δημοψηφισμάτων για την θέσπιση, ή ακύρωση νόμου, για την αλλαγή του Συντάγματος, ή για την ανάκληση προσώπων από ασκούν δημόσιο αξίωμα.
Όπως όμως έγραψε εύστοχα ο Αριστοτέλης για να εξηγήσει ότι ήταν κοσμοϊστορική για την δημοκρατία η σημασία της καθιέρωσης του δικαιώματος έφεσης ενώπιον του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας, «κύριος γαρ ων ο δήμος της ψήφου, κύριος γίγνεται της πολιτείας.» (Αθηναίων Πολιτεία, 9).
Ακολούθως, στον αγώνα για αληθινή δημοκρατική μεταρρύθμιση, η ενίσχυση του θεσμού των πολιτών δικαστών με διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και θέσπιση αμοιβής για την εκτέλεση της εξουσίας πρέπει να αποτελεί μέγιστη επιδίωξη.



