Στις αρχές Μαρτίου , η Επιτροπή Πρωτοβουλίας για δημοψήφισμα σχετικά με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κατέθεσε στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης πάνω από είκοσι τρείς χιλιάδες υπογραφές, υπερβαίνοντας το όριο του δέκα τοις εκατό που προβλέπει ο νόμος 4555/18 σαρανταπέντε πενήνταπέντε του 2018 για τη διεξαγωγή τοπικών δημοψηφισμάτων.
Το αίτημα αφορούσε το μέλλον της ανάπλασης του χώρου της ΔΕΘ: είτε τη μετατροπή του σε μητροπολιτικό πάρκο με περιορισμένες εκθεσιακές χρήσεις είτε την υλοποίηση του υφιστάμενου σχεδίου εκτεταμένης δόμησης και επιχειρηματικής ανάπτυξης.
Η πρωτοβουλία αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα ενεργοποίησης ενός θεσμού που παραμένει ανενεργός από την ψήφισή του. Ωστόσο, στη ταραχώδη συνεδρίαση της πρωτης Απριλίου , το δημοτικό συμβούλιο την απέρριψε, αμφισβητώντας την εγκυρότητα των υπογραφών, καθώς μεγάλο μέρος τους είχε συγκεντρωθεί μέσω ψηφιακής πλατφόρμας χωρίς πιστοποιημένη μορφή.
Σημαντικό ρόλο στην απόφαση φαίνεται ότι έπαιξε η με αριθμό είκοσιδύο του 2026 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Η γνωμοδότηση, αν και δημοσιεύτηκε στις τρεις Απριλίου, ήταν ήδη γνωστή στη δημοτική αρχή κατά τη συνεδρίαση, και προκάλεσε την αντίδραση της επιτροπής πρωτοβουλίας, καθώς φαίνεται πως δεν τέθηκαν υπόψη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κρίσιμα συμπληρωματικά στοιχεία που είχε καταθέσει .
Η επιτροπή κατέθεσε ένσταση στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση και συνεχίζει με νομικές και δημόσιες παρεμβάσεις, διατηρώντας το ζήτημα ενεργό στη δημόσια συζήτηση.
Η υπόθεση αναδεικνύει μια τάση των κρατικών φορέων να δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην τυπική εφαρμογή των διαδικασιών παρά στη συμμετοχή των πολιτών: οι τυπικές ενστάσεις υπερίσχυσαν της συμμετοχής χιλιάδων πολιτών, ενώ η έλλειψη σαφών εφαρμοστικών κανόνων αποτελεί μια «γκρίζα ζώνη» που διευκολύνει την απόρριψη τέτοιων πρωτοβουλιών, συντηρώντας ένα αποτρεπτικό πλαίσιο σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπίπτει με την πρόθεση της κυβέρνησης να καταργήσει, μέσω του νέου κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης, τα δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.
Έτσι, τη στιγμή που επιχειρήθηκε για πρώτη φορά η ενεργοποίηση του θεσμού, τίθεται ταυτόχρονα υπό αμφισβήτηση η ίδια η ύπαρξή του.
Παρά την απόρριψη του δημοψηφίσματος, η πρωτοβουλία είχε απτά αποτελέσματα: ανέδειξε το ζήτημα της ανάπλασης της ΔΕΘ σε κεντρικό θέμα δημόσιου διαλόγου, πέτυχε αλλαγές στο αρχικό σχέδιο αυξάνοντας το πράσινο και περιορίζοντας τη δόμηση , και κινητοποίησε χιλιάδες πολίτες.
Οταν λοιπόν, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες ,η συμμετοχή επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο, ας αναλογιστούμε τη δυναμική που θα αποκτήσει αν κατοχυρωθεί θεσμικά και λειτουργικά στο δίκαιο της πολιτείας μας.



